επικρατών;

επικρατών;
ούσα, ούν преобладающий, господствующий;

επικρατούσα γνώμη — господствующее мнение;

επικρατούντες άνεμοι — преобладающие ветры


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "επικρατών;" в других словарях:

  • Ἐπικρατῶν — Ἐπικράτης masc gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικρατῶν — ἐπικρατέω rule over pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπικρατέω rule over pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπικρατής master masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστροφυσική — Κλάδος της αστρονομίας που εξετάζει τη χημική σύνθεση και τη φυσική κατάσταση των ουράνιων σωμάτων, τη θερμοκρασία και τη σύσταση της ατμόσφαιράς τους, την ένταση και την ανάλυση του φωτός τους και, γενικότερα, αναπτύσσει μεθόδους για την… …   Dictionary of Greek

  • γενετική — Κλάδος της βιολογίας που ερευνά τα φαινόμενα της κληρονομικότητας και της ποικιλίας των ζωικών ειδών και μελετά τον μηχανισμό της μεταβίβασης από τους γονείς στους απογόνους των βιολογικών και μορφολογικών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν τα άτομα… …   Dictionary of Greek

  • ЕСФИРИ КНИГА — [евр. , ], название канонической книги ВЗ, входящей в раздел исторических книг (в евр. традиции в разд. «Писания»). Текст и древние переводы Древнееврейский текст Е. к. дошел в большем количестве списков, «чем любая другая часть Ветхого Завета»… …   Православная энциклопедия


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»